Η λαϊκή τέχνη στην Κρήτη πήγαζε φυσικά πάντα από την ανάγκη της έκφρασης της όποιας καλλιτεχνικής ευαισθησίας του δημιουργού αλλά, τουλάχιστον στο παρελθόν, σ’ ένα μεγάλο βαθμό είχε πάντα να κάνει με την ανάγκη κάλυψης πρακτικών αναγκών για αυτό και τα περισσότερα δημιουργήματα ήταν χρηστικά αντικείμενα.
Η υφαντική μας έχει ίσως κληροδοτήσει τα περισσότερα τεχνουργήματα μιας και παλιότερα υπήρχε αργαλειός σχεδόν σε κάθε νοικοκυριό. Συχνά ένας άτυπος ανταγωνισμός ήταν η αιτία για την δημιουργία πραγματικών αριστουργημάτων.
Σήμερα στο Κέντρο Κρητικής Τέχνης διδάσκονται όλες οι τεχνικές της υφαντικής σε συνδυασμό με μια προσπάθεια προσαρμογής των σχεδίων στις σύγχρονες αισθητικές ανάγκες.
Παρόμοια πορεία ακολούθησε και η αγγειοπλαστική που ποτέ δεν σταμάτησε ν’ ανθεί στο χωριό Μαργαρίτες όπου αποτελεί τη βασική απασχόληση πολλών κατοίκων.
Σήμερα, παράλληλα με την κατασκευή πιθαριών και άλλων χρηστικών αντικειμένων από παλιούς τεχνίτες, υπάρχουν πολλοί νέοι κεραμίστες που πειραματίζονται με σύγχρονες φόρμες δημιουργώντας σύγχρονα έργα τέχνης.
Στην Αλφά, η μαλακή πέτρα που εξορύσσεται από την περιοχή και η οποία από το μακρινό παρελθόν βρίσκει θαυμάσια εφαρμογή σε δομικές αλλά κυρίως διακοσμητικές λύσεις της αρχιτεκτονικής είναι η πρώτη ύλη πολλών λιθοξόων στην ανακατασκευή των παραδοσιακών στοιχείων των παλιών σπιτιών που, σήμερα πια, μαζικά ανακαινίζονται.
Πολλοί ξυλογλύπτες τέλος συνεχίζουν την τέχνη τους καλύπτοντας εκκλησιαστικές ανάγκες, αφού τα παλιά ξυλόγλυπτα έπιπλα έχουν εξοριστεί πια από τα σύγχρονα σπίτια. Αρκετοί λαϊκοί καλλιτέχνες πάντως, ειδικά στ’ Ανώγεια, χρησιμοποιούν το ξύλο μα και την πέτρα σαν πρώτη ύλη στις δημιουργίες τους.
Το βασικό όργανο της κρητικής μουσικής, η λύρα, αρχίζει να κάνει έντονη την παρουσία της γύρω στον 17ο αι. μ.Χ. και από τον 18ο αι. και μετά καθιερώνεται πλήρως. Φυσικά η αρχική μορφή της λύρας ήταν αρκετά διαφορετική από τη σημερινή που πρωτοκατασκευάστηκε το 1940 από τον Ρεθυμνιώτη Μανόλη Σταγάκη.
Η αχλαδόσχημη λύρα που έχει επικρατήσει μέχρι τις μέρες μας συνοδευόταν παλαιότερα από το μπουλγαρί και αργότερα από το λαούτο το οποίο και έχει επικρατήσει. Τόσο ο ήχος και το σχήμα της κρητικής λύρας όσο και τα παραδοσιακά ακούσματα της κρητικής μουσικής διαμορφώνονται μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και σ’ αυτό κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισαν λυράρηδες από το Ρέθυμνο.
Χωρίς αμφιβολία την περίοδο αυτή οι Ρεθεμνιώτες Κώστας Μουντάκης και Θανάσης Σκορδαλός ήταν εκείνοι που χάραξαν το δρόμο και οδήγησαν προς την καθιέρωση και την παγκόσμια αναγνώριση της κρητικής παραδοσιακής μουσικής στις επόμενες δεκαετίες. Ακόμα πάντως και σήμερα η κρητική λύρα κατασκευάζεται από λαϊκούς, συχνά αυτοδίδακτους, τεχνίτες.